Ρεπορτάζ: Μίνα Κωστοπούλου

"Είτε το πιστεύεις είτε όχι, ανέπτυξα δεξιότητες που δεν ήξερα ότι έχω" λέει η Άντα Δ., την ώρα που δείχνει πώς φτιάχνει μόνη της βιολογικά καλλυντικά. Η Άντα δούλευε σε τράπεζα για χρόνια, έχασε τη δουλειά της μέσα στην κρίση, έψαξε να βρει κάτι άλλο, αλλά δεν τα κατάφερε. Δεν είναι η μόνη, βέβαια, ούτε και η τελευταία. Οι γυναίκες βιώνουν την ανεργία εν μέσω κρίσης σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό και δεν χρειάζονται πειστήρια γι' αυτό. Δίνουν δε τη μάχη να στηρίξουν το οικογενειακό εισόδημα ακόμη κι όταν ο σύζυγός τους δεν εργάζεται.

"Κάποτε, πριν την κρίση, αποφάσισα να ξεκινήσω να μαθαίνω να φτιάχνω κρέμες και καλλυντικά. Συνέχισα να ψάχνω τι μπορώ να κάνω, κυρίως όταν έχασα τη δουλειά μου, για να μη νιώσω ότι θα εγκλωβιστώ στο σπίτι" λέει η Άντα, μητέρα τριών παιδιών. Ο σύζυγός της εργάζεται, όμως τα χρήματα δεν φτάνουν. "Αισθάνομαι ότι όλα τα βάρη είναι πάνω μου. Αγχώνομαι πολύ για το ότι έχω να διαχειριστώ και το σπίτι, και να μπορέσω να βγάλω χρήματα. Έστω και 100 ή 200 ευρώ είναι ένα φροντιστήριο των παιδιών" συμπληρώνει.
Η Σοφία Μ. όταν παντρεύτηκε δεν χρειάστηκε να δουλέψει. Όλοι έλεγαν ότι τα χρήματα που βγάζει ο σύζυγός της θα φτάσουν. Έλειπε όμως για μήνες από το σπίτι, μια και ναυτικός. Ξεκίνησε έτσι να ασχολείται με υπηρεσίες ομορφιάς περιστασιακά. "Έπρεπε κάπως να ξεφεύγω από τις ευθύνες του σπιτιού". Το είπε δύο φορές, για να συμπληρώσει: "Μετά η δουλειά έγινε ανάγκη". Σήμερα δεν σκέφτεται την εργασία σαν χόμπι. Είναι ο τρόπος που έχει για να συνεισφέρει στο σπίτι.

Από τον άνδρα κουβαλητή...

Το στερεότυπο του άντρα - κουβαλητή στην οικογένεια φαίνεται πως υπήρξε κυρίαρχο στο κοινωνικό ασυνείδητο τα προηγούμενα χρόνια. Ακόμη και στα χρόνια αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, όπου υπήρξε σημαντική πρόοδος στο πεδίο της έμφυλης ισότητας, τόσο σε θεσμικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, η γυναίκα φαίνεται πως επέλεξε εν πολλοίς να μείνει σπίτι τα πρώτα χρόνια του γάμου, προκειμένου να αφιερώσει χρόνο στην οικογένεια, κάτι το οποίο βέβαια φαίνεται πως συνδέθηκε περισσότερο με την κατανομή της ισχύος εντός του οίκου. Τις τελευταίες δεκαετίες πριν την κρίση ήταν που, χειραφετημένη και μορφωμένη, άρχισε να τα κάνει όλα: και να δουλεύει, και να φροντίζει το σπίτι. Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, πως την εικόνα αυτή ακριβώς διαχειρίστηκαν και τα ΜΜΕ, αναπαράγοντας το πρότυπο γυναίκας που τα μπορεί όλα.
"Η Ελληνίδα νοικοκυρά τα προηγούμενα χρόνια ήταν η 'κυρά του οίκου'. Πρόκειται για κάποιου τύπου όρο τιμής. Ο ελληνικός φεμινισμός έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες σε σχέση με τη Δύση, που βέβαια δεν στερείται και πατροπαράδοτων πεποιθήσεων" λέει η Λίζα Τσαλίκη, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ. Προσθέτει δε ότι: "Οι θεσμικές αλλαγές της Μεταπολίτευσης de jure επέφεραν σημαντική πρόοδο στην ισότητα των φύλων. Τουλάχιστον ως προς την εξισορρόπηση της πρόσβασης στην απασχόληση και των αμοιβών. Λόγω και της ένταξης στην ΕΟΚ, προωθήθηκε ένα συγκεκριμένο policy making, όπως λόγου χάρη επί του πατρώνυμου. Η γυναίκα μπορούσε να διατηρεί το δικό της επώνυμο στην Ελλάδα, όταν στη Βρετανία αυτό καθιερώθηκε μόλις τα τελευταία χρόνια. Θεωρώ ότι εν πολλοίς τα τελευταία χρόνια υπήρξε μεγάλη πρόοδος στην κατεύθυνση της ισότητας στην Ελλάδα σε σύγκριση και με άλλες χώρες. Δεν υπήρξε δηλαδή το καθιερωμένο πρότυπο της γυναίκας που θα είναι καλή μόνο αν είναι στο σπίτι".

... στη γυναίκα - κουβαλήτρια

Πάντως, οι γυναίκες φαίνεται πως εξακολουθούν να νιώθουν ότι εκείνες είναι που πρέπει να επωμιστούν το βάρος του σπιτιού. "Ακόμη και όταν εργαζόμουν με πλήρες ωράριο, ο σύζυγός μου δεν θεωρούσε ότι είμαστε δύο που εργαζόμαστε" τονίζει η Άντα. "Ο άντρας δεν αισθάνεται την ίδια ευθύνη για το σπίτι" προσθέτει. Η Σοφία ανταπαντά πως "δεν είναι όλοι έτσι". "Η ανεξαρτησία των γυναικών, ειδικά σε εμάς που μεγαλώσαμε με εργαζόμενες μητέρες, έχει οδηγήσει νομίζω σε μια μικρή αλλαγή ως προς το πώς οι άντρες αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους" λέει. Είναι όμως έτσι;
"Στα νέα ζευγάρια ο καταμερισμός μέσα στο σπίτι μάλλον αλλάζει" λέει η Άννα Κ., μητέρα δύο παιδιών που πλέον σπουδάζουν. "Υπάρχουν, όμως, σιωπηρές συμφωνίες, που θέλουν τη γυναίκα να φροντίζει το σπίτι. Πάντα ο ρόλος της ήταν βαρύτερος" συμπληρώνει η Άννα. Η Άννα έχασε τη δουλειά της σε ναυτιλιακή εταιρεία έπειτα από 23 χρόνια. "Είναι κλειστός ο κύκλος του επαγγέλματος. Προσπάθησα, αλλά δεν βρήκα δουλειά στον ίδιο κλάδο. Έπειτα από 3,5 χρόνια βρήκα δουλειά σε ένα γραφείο. Καθαρίζω και τακτοποιώ. Εκεί οι εργαζόμενοι χρειάζονται μια μανούλα. Δεν με πειράζει που κάνω αυτή τη δουλειά. Αυτό που με νοιάζει είναι να μπορώ να βγάλω χρήματα". Ο σύζυγος της Άννας έχασε πρόσφατα τη δουλειά του. "Τον πρώτο καιρό που έμεινα άνεργη, έστελνα βιογραφικά παντού. Δεν ήθελα να μείνω σπίτι και να τρίβω μόνο την κατσαρόλα. Προσπάθησα και εγώ να σταθώ στα πόδια μου". Η Άννα ξεκίνησε δραστηριότητες χωρίς χρήματα. "Ήθελα να γεμίσω τον χρόνο για να μη νιώσω άχρηστη" λέει. "Όταν όμως μείναμε δύο οι άνεργοι στο σπίτι, άρχισα να νιώθω πίεση. Έψαξα πιο έντονα. Σήμερα εργάζομαι μόνο εγώ. Χρειάζεται να στηρίξω την οικογένειά μου".
"Φαίνεται ότι σε νοικοκυριά όπου οι άνδρες έχασαν τη δουλειά τους ή μείωσαν τις ώρες απασχόλησής τους, γυναίκες που προηγουμένως δεν αναζητούσαν εργασία κινητοποιήθηκαν αμέσως για να αντισταθμίσουν με την αμειβόμενη εργασία τις απώλειες στο οικογενειακό εισόδημα" σχολιάζει η Μαρία Καραμεσίνη, διοικήτρια του ΟΑΕΔ και καθηγήτρια Οικονομικών της Εργασίας και Κοινωνικής Πολιτικής στο Πάντειο. "Σε πρόσφατο άρθρο μας, με τον Φραγκίσκο Κουτεντάκη, δείξαμε ότι η κινητοποίηση αυτή εξηγεί το 25% της ανόδου του γυναικείου ποσοστού ανεργίας την περίοδο της κρίσης. Οι γυναίκες που όμως, αναζητώντας, βρήκαν δουλειά, σίγουρα συνέβαλαν στο φαινόμενο της μεγάλης αύξησης των νοικοκυριών με μοναδικό εργαζόμενο μέλος γυναίκα από 2,5% σε 8,5% του συνόλου των νοικοκυριών με παιδιά κάτω των 18 ετών. Παράλληλα, λοιπόν, με την ταχεία εξάπλωση των νοικοκυριών χωρίς κανέναν εργαζόμενο, η κρίση για πρώτη φορά έβγαλε από το περιθώριο το οικογενειακό μοντέλο της γυναίκας - κουβαλήτριας και του μη εργαζόμενου άνδρα" συμπληρώνει.


Μαρία Καραμεσίνη: Οι γυναίκες δεν είναι πλέον "εφεδρικός στρατός εργασίας"

Μέσα από τις παραπάνω ιστορίες γυναικών, καθεμία από εμάς μπορεί ενδεχομένως να δει τον εαυτό της. Στο βιβλίο "Γυναίκες και λιτότητα: Η οικονομική κρίση και το μέλλον της ισότητας των φύλων", που υπογράφουν οι Μαρία Καραμεσίνη και Jill Rubery, μπορεί να δει κανείς τις μεταβολές που επέφερε η κρίση στο καθεστώς φύλου σε Ελλάδα και Ευρώπη.
Η προσπάθεια να μετακυληθεί το βάρος της κρίσης που ξέσπασε το 2008 στους λαούς σε επίπεδο Ευρώπης, μέσω πολιτικών λιτότητας, οδήγησε σε θεσμική οπισθοδρόμηση ως προς τα κατοχυρωμένα δικαιώματα των γυναικών. Τόσο σε επίπεδο απασχόλησης, όσο και σε επίπεδο πρόνοιας, η επίθεση στο γυναικείο φύλο εντάθηκε κατά πολύ. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο, στην Ελλάδα οι προσπάθειες για μια πολιτική ισότητας των φύλων την τελευταία πενταετία εν πολλοίς απέτυχαν. Όμως, σε αυτή την κρίση οι γυναίκες μοιάζει να μην υποχωρούν πίσω στο σπίτι.
"Αν και η τρέχουσα κρίση είναι μεγάλη και δομική, με δραματικές επιπτώσεις στην ανδρική και γυναικεία απασχόληση, αυτή διέψευσε οριστικά και αμετάκλητα το παλιό γνωστό επιχείρημα ότι οι γυναίκες αποτελούν 'εφεδρικό στρατό εργασίας', δηλαδή ότι υποχωρούν πίσω στο σπίτι σε περίοδο κρίσης όταν χάνονται μαζικά δουλειές. Αυτό το φαινόμενο μπορεί να ίσχυσε στη μεγάλη κρίση του μεσοπολέμου, όταν οι περισσότερες γυναίκες δεν είχαν ακόμα εδραιώσει τη θέση τους στην αμειβόμενη εργασία και ο εργασιακός τους βίος ήταν ασυνεχής, αλλά ακόμα και εκείνη την περίοδο οι γυναίκες δεν εγκατέλειψαν παντού την αγορά εργασίας" μας λέει η Μ. Καραμεσίνη.
Είναι χαρακτηριστικό πως "η γυναικεία απασχόληση στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 6,8% στην ύφεση του 1974-75, κατά 4,7% στην ύφεση του 1981-83 και κατά 2,1% στην ύφεση του 1990-93. Αυτό συνέβη διότι αυτές οι υφέσεις έπληξαν μόνο τους ανδροκρατούμενους κλάδους των κατασκευών και της μεταποίησης. Η ιδιαιτερότητα της σημερινής βαθιάς κρίσης είναι ότι έπληξε αισθητά και τις υπηρεσίες, ενώ τα Μνημόνια επέβαλαν δραστική μείωση της απασχόλησης στο Δημόσιο. Η ανεργία εκτοξεύτηκε στα ύψη, όμως η ροή των γυναικών προς στην αγορά εργασίας όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά εντάθηκε. Οι γυναίκες δεν επέστρεψαν στο σπίτι", παρατηρεί η Μ. Καραμεσίνη.
Υπενθυμίζεται ότι "το δεύτερο τρίμηνο του 2014 οι γυναίκες αποτελούσαν το 41,7% του απασχολούμενου πληθυσμού, το 50,4% των ανέργων και το 51% των μακροχρόνια ανέργων. Τα αντίστοιχα ποσοστά το δεύτερο τρίμηνο του 2008 ήταν 39,6%, 62,1% και 67,5%", αναφέρεται στο "Γυναίκες και Λιτότητα" σε ένα άρθρο αφιερωμένο στην Ελλάδα*.

Jill Rubery: "Οι πολιτικές λιτότητας δεν λαμβάνουν υπόψη τους το φύλο"

Σε κάθε περίπτωση, εμφανώς στο επίπεδο του δημόσιου τομέα οι γυναίκες έχουν υποστεί σημαντική καταπίεση των κεκτημένων δικαιωμάτων τους, κάτι το οποίο παρατηρούμε και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. "Οι γυναίκες στον δημόσιο τομέα, η καταπίεση των εργασιακών δικαιωμάτων των γυναικών έχει ενταθεί" δηλώνει στην "Αυγή" η Jill Rubery, καθηγήτρια Συγκριτικών Συστημάτων Απασχόλησης στο Manchester Business School, για να προσθέσει: "Οι πολιτικές λιτότητας δεν λαμβάνουν υπόψη τους τον παράγοντα του φύλου". Τη ρωτήσαμε ποιο θεσμικό μέτρο θα μπορούσε να υιοθετήσει η Ε.Ε., στην κατεύθυνση της έμφυλης ισότητας. "Ίσως το πιο σημαντικό θα ήταν η διατήρηση της πραγματικής αξίας του κατώτατου μισθού για τις γυναίκες, καθώς ολοένα και περισσότερες βρίσκονται στην τάξη των χαμηλόμισθων" απάντησε.
"Στην Ελλάδα προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί τόσο στην μείωση των ανισοτήτων φύλου ως προς την ανεργία μέσω προγραμμάτων απασχόλησης όσο και στην επαναρρύθμιση της αγοράς εργασίας. Οποιαδήποτε βελτίωση της προστασίας, μαζί φυσικά με την αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων των μισθών, θα έχει θετικό αντίκτυπο στην έμφυλη ισότητα αλλά και στις γυναίκες που βρίσκονται οικονομικά και κοινωνικά στη δυσμενέστερη θέση και υφίστανται τις μεγαλύτερες συνέπειες της οικονομικής κρίσης" δηλώνει σχετικά η Μ. Καραμεσίνη.

Μαρία Καραμεσίνη, "Διαρθρωτική κρίση και προσαρμογή στην Ελλάδα: κοινωνική οπισθοδρόμηση και προκλήσεις για την ισότητα των φύλων", στο Μ. Καραμεσίνη και J. Ruberry, (2015), "Γυναίκες και λιτότητα: Η οικονομική κρίση και το μέλλον της ισότητας των φύλων", Αθήνα, εκδ. Νήσος, σ. 267