Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2018

Ο Δεκαπενταύγουστος του Καζαντζακη

Ο Αύγουστος ήταν για μένα, όταν ήμουν παιδί, κι είναι ακόμα, ο πιο αγαπημένος μήνας. Αυτός φέρνει μαθές τα σταφύλια και τα σύκα, τα πεπόνια, τα καρπούζια.
Τον ονομάτισα Άγιον Αύγουστο, αυτός ο προστάτης μου, έλεγα, σ’ αυτόν θα κάνω την προσευχή μου. Όταν θέλω τίποτα, απ’ αυτόν θα το ζητώ. Κι αυτός θα το ζητήσει απ’ τον Θεό, κι ο Θεός θα μου το δώσει. Και μια φορά πήρα νερομπογιές και τον ζωγράφισα…Από τη στιγμή που τον ζωγράφισα και στερέωσα το πρόσωπό του, στερεώθηκε και μέσα μου η εμπιστοσύνη μου σ’ αυτό, και κάθε χρόνο τον περίμενα να ‘ρθει, να τρυγήσει τα αμπέλια της Κρήτης, να πατήσει τα σταφύλια και να κάμει το θάμα του, να βγάλει απ’ τα σταφύλια κρασί…Τον Αύγουστο ξάπλωναν σε διπλανά χωράφια απ’ τα αμπέλια τα σταφύλια, να τα ξεράνει ο ήλιος να γίνουν σταφίδα. Μια χρονιά είχαμε πάει στο αμπέλι μας και μέναμε στο εξοχικό μας σπιτάκι. Ο αγέρας μύριζε, η γης καίγονταν, τα τζιτζίκια καίγονταν κι αυτά, σαν να κάθονταν απάνω σε κάρβουνα αναμμένα.
Τη μέρα κείνη, της Κοίμησης της Παναγίας, 15 Αυγούστου, οι εργάτες δε δούλευαν κι ο πατέρας μου κάθονταν στη ρίζα μιας ελιάς και κάπνιζε. Είχαν έρθει γύρα οι γειτόνοι, που είχαν απλώσει κι αυτοί τη σταφίδα τους, κάπνιζαν πλάι στον πατέρα μου, αμίλητοι. Φαίνονταν στενοχωρημένοι. Όλοι είχαν καρφώσει τα μάτια σ’ ένα συννεφάκι που ‘χε προβάλει στον ουρανό, κατασκότεινο, βουβό, και προχωρούσε. Είχα καθίσει κι εγώ κοντά στον πατέρα μου και κοίταζα το σύννεφο. Μου άρεσε, σκούρο, μολυβί, χνουδάτο, κι ολοένα μεγάλωνε, άλλαζε πρόσωπο και κορμί, πότε σα γεμάτο ασκί, πότε σα μαυροφτέρουγο όρνιο και πότε σαν τον ελέφαντα που είχα δει σε ζωγραφιά, κουνούσε την προβοσκίδα του κι έψαχνε ν’ αγγίξει κάτω τη γης. Αεράκι χλιαρό φύσηξε, τα φύλλα της ελιάς ανατρίχιασαν. Ένας γείτονας πετάχτηκε όρθιος, άπλωσε το χέρι κατά το σύννεφο που προχωρούσε.
– Ανάθεμά το, μουρμούρισε, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, φέρνει τον κατακλυσμό!
– Δάγκασε τη γλώσσα σου, του ‘καμε ένας γέρος θεοφοβούμενος, δε θα το αφήσει η Παναγία, σήμερα είναι η χάρη της.
Ο πατέρας μου έγρουξε, μα δεν έβγαλε άχνα, πίστευε στην Παναγιά, μα δεν πίστευε πως η Παναγιά μπορεί να κουμαντάρει τα σύννεφα.
Εκεί που μιλούσαν, ο ουρανός σκεπάστηκε, οι πρώτες στάλες, χοντρές, ζεστές, άρχισαν να πέφτουν. Τα σύννεφα χαμήλωσαν, κίτρινες βουβές αστραπές καταξέσκιζαν τον ουρανό.