oaednews

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Robert Skidelsky: «Η ανισότητα στα εισοδήματα σκοτώνει τον καπιταλισμό»!


Γιατί οι άνθρωποι ήθελαν τελικά να δανειστούν τόσα πολλά? Γιατί ο λόγος των χρεών των νοικοκυριών προς τα εισοδήματά τους εκτοξεύτηκε σε ύψη χωρίς προηγούμενο στις μέρες που προηγήθηκαν της μεγάλης κρίσης του 2008-2009?
Ένα άρθρο του Καθηγητή Robert Skidelsky, που δημοσιεύτηκε σήμερα στη βρετανική εφημερίδα Guardian

Υπάρχει μια γενική αντίληψη ότι η κρίση του 2008-2009 προκλήθηκε από την υπερβολική παροχή δανείων από τις τράπεζες και ότι τώρα η αποτυχία του να επιτευχθεί επαρκής ανάκαμψη οφείλεται στην άρνηση πλέον των τραπεζών να δανείσουν λόγω των δικών τους «κατεστραμμένων» ισοζυγίων.
Η τυπική ιστορία, που τόσο αγαπούν οι οπαδοί του Φρίντριχ φον Χάγιεκ και της αυστριακής σχολής των οικονομικών, πάει κάπως έτσι: στο δρόμο για την εκδήλωση της κρίσης, οι τράπεζες δάνεισαν περισσότερα λεφτά στους δανειζόμενους από αυτά που είχαν δώσει οι καταθέτες προς δανεισμό, λόγω του υπερβολικά φτηνού χρήματος που παρείχαν οι κεντρικές τράπεζες, ειδικά η Fed των ΗΠΑ. Οι εμπορικές τράπεζες, που κατακλύστηκαν από το χρήμα των κεντρικών τραπεζών, προχώρησαν στο δανεισμό πολλών αμφίβολων επενδύσεων, ενώ ταυτόχρονα μία έκρηξη στη χρηματοοικονομική καινοτομία (ειδικά αυτής των παραγώγων) τροφοδότησε περαιτέρω τη δανειστική φρενίτιδα.
Η αντίστροφη πυραμίδα του χρέους κατέρρευσε όταν η Fed τελικά έβαλε φρένο στο πανηγύρι της κατανάλωσης ανεβάζοντας τα επιτόκια της. (Η Fed αύξησε το επιτόκιο αναφοράς των ομοσπονδιακών κεφαλαίων από 1% το 2004 σε 5,25% το 2006 και το κράτησε εκεί μέχρι τον Αύγουστο του 2007). Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθεί ο δανεισμός, να καταρρεύσουν οι τιμές των κατοικιών και να αφήσουν πίσω τους ουρά τις τράπεζες ζόμπι (των οποίων οι υποχρεώσεις ξεπερνούσαν κατά πολύ τα περιουσιακά τους στοιχεία) και εντέλει να καταστραφούν και όσοι είχαν δανειστεί.
Το πρόβλημα τώρα φαίνεται να είναι το να ξαναξεκινήσει ο δανεισμός του κοινού από τις τράπεζες. Οι ελλειμματικές τράπεζες που δε θέλουν να δανείσουν πρέπει με κάποιο τρόπο να «αποκατασταθούν». Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο σκοπός των τεράστιων τραπεζικών διασώσεων στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ενώ μετά τις διασώσεις ακολούθησαν αρκετοί γύροι «ποσοτικής χαλάρωσης» (Quantitative Easing-QE), μέσω των οποίων οι κεντρικές τράπεζες τυπώνουν χρήμα και το προωθούν στο τραπεζικό σύστημα μέσα από μια ποικιλία ανορθόδοξων καναλιών. (Οι Χαγιεκιστές έχουν σοβαρές ενστάσεις σ’ αυτό, ισχυριζόμενοι ότι, αφού η κρίση δημιουργήθηκε από τα υπερβολικά χρέη, δε μπορεί να ξεπεραστεί με περισσότερα).
Την ίδια στιγμή, οι ρυθμιστικοί κανόνες έχουν σφίξει παντού, ώστε να αποτρέψουν τις τράπεζες από το να θέσουν ξανά το χρηματοπιστωτικό σύστημα σε κίνδυνο. Για παράδειγμα, πέρα από το ρόλο της για τη σταθερότητα των τιμών, η Τράπεζα της Αγγλίας έχει αναλάβει και το νέο ρόλο του να διατηρεί «τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος».
Η παραπάνω ανάλυση, ενώ φαίνεται εύλογη, εντούτοις στηρίζεται στη δογματική πίστη αυτών που την υποστηρίζουν ότι μόνο ο εφοδιασμός της πίστωσης είναι ο ουσιαστικός για την οικονομική υγεία: δηλαδή ότι το πάρα πολύ χρήμα την ερειπώνει, ενώ το πολύ λίγο την καταστρέφει!
Όμως θα μπορούσε κάποιος να δει τα πράγματα από μια άλλη οπτική γωνία, η οποία λέει ότι η ζήτηση για πίστωση και όχι ο εφοδιασμός της είναι ο κρίσιμος οικονομικός οδηγός. Στο κάτω κάτω της γραφής, οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες να δανείζουν χρησιμοποιώντας επαρκείς εγγυήσεις – ας μην ξεχνάμε ότι στο δρόμο προς την κρίση οι διαρκώς αυξανόμενες τιμές των κατοικιών αποτελούσαν από μόνες τους εγγύηση τόσο του κεφαλαίου όσο και των μελλοντικών τόκων. Με άλλα λόγια, ο εφοδιασμός της πίστωσης ήταν σίγουρο αποτέλεσμα της ζήτησης για πίστωση (σ.σ. ενώ το αντίστροφο δεν είναι, αφού μπορεί να υπάρχει επαρκής εφοδιασμός χωρίς να υπάρχει η αντίστοιχη ζήτηση).
Αυτό από μόνο του επανατοποθετεί το ερώτημα της προέλευσης της κρίσης κάτω από αρκετά διαφορετικό φωτισμό. Δεν ήταν τόσο οι ληστρικοί δανειστές, όσο ήταν οι άτιμοι, ή οι εξαπατημένοι, δανειζόμενοι που φέρουν την ευθύνη. Άρα το ερώτημα έτσι αλλάζει: Γιατί οι άνθρωποι θέλουν να δανείζονται τόσα πολλά? Γιατί ο λόγος των χρεών των νοικοκυριών προς τα εισοδήματά τους εκτοξεύτηκε σε ύψη χωρίς προηγούμενο στις μέρες που προηγήθηκαν της ύφεσης?
Ας υποθέσουμε ότι συμφωνούμε στο ότι οι άνθρωποι είναι άπληστοι και ότι θέλουν πάντα περισσότερα από αυτά που μπορούν να διαθέσουν. Γιατί, όμως, τότε αυτή η «απληστία» αποκαλύπτει τον εαυτό της με τέτοια μανία?
Για να απαντήσουμε σ’ αυτό, πρέπει να δούμε τι συνέβαινε στην κατανομή του εισοδήματος. Ο κόσμος γινόταν σταθερά πλουσιότερος, αλλά η κατανομή εισοδήματος μεταξύ των χωρών γινόταν σταθερά όλο και περισσότερο άνιση. Τα μέσα εισοδήματα παρέμεναν στάσιμα ή και έπεφταν τα τελευταία 30 χρόνια, παρά το ότι το ΑΕΠ ανά κάτοικο συνεχώς μεγάλωνε. Αυτό σημαίνει ότι οι πλούσιοι ενθυλάκωσαν ένα γιγαντιαίο μερίδιο της ανάπτυξης στην παραγωγικότητα.
Και τι έκαναν οι σχετικά φτωχότεροι για να «παραμείνουν στην καλή συνοικία» μέσα σε ένα κόσμο με διαρκώς αυξανόμενα πρότυπα διαβίωσης? Έκαναν ότι έκαναν πάντα οι φτωχοί: δανείστηκαν. Στις παλιότερες εποχές, χρεώνονταν στον ενεχυροδανειστή της γειτονιάς τους – τώρα χρεώθηκαν στις τράπεζες και στις εταιρείες των πιστωτικών καρτών. Και, αφού η φτώχεια τους ήταν μόνο σχετική και οι τιμές των κατοικιών έτρεχαν προς τα πάνω, οι πιστωτές ήταν ευτυχείς να τους αφήνουν να βυθίζονται όλο πιο βαθιά μέσα στα χρέη.
Φυσικά, κάποιοι ανησυχούσαν από τότε για το ρυθμό της κατάρρευσης των καταθέσεων των νοικοκυριών, όμως ελάχιστοι νοιάζονταν πραγματικά. Σε ένα από τα τελευταία του άρθρα, ο Milton Friedman έγραψε ότι οι καταθέσεις στις μέρες μας πήραν τη μορφή σπιτιών!
Για μένα, αυτή η θεώρηση των πραγμάτων εξηγεί πολύ καλύτερα από την ορθόδοξη θεωρία το γιατί, παρά όλο αυτό το χρήμα που έχουν σπρώξει οι κεντρικές τράπεζες, οι εμπορικές τράπεζες δεν έχουν ξεκινήσει να δανείζουν ξανά και γιατί η οικονομική ανάκαμψη έχει εξαντληθεί χωρίς να πραγματοποιείται. Όπως οι δανειστές δε μπορούσαν να μοιράσουν λεφτά στον κόσμο πριν την κρίση, έτσι και τώρα δε μπορούν να εξαναγκάσουν τα χρεωμένα νοικοκυριά να δανειστούν, ή τις επιχειρήσεις να αναζητήσουν δάνεια για να επεκτείνουν την παραγωγή τους όταν οι αγορές είναι στάσιμες ή και συρρικνούμενες.
Εν συντομία, η ανάκαμψη δε μπορεί να αφεθεί στη Fed, στην ΕΚΤ, ή στην Τράπεζα της Αγγλίας. Απαιτεί την ενεργή ανάμειξη των πολιτικών που είναι υπεύθυνοι για τα δημοσιονομικά. Η τρέχουσα κατάσταση δεν απαιτεί έναν δανειστή τελευταίας καταφυγής, αλλά έναν καταναλωτή τελευταίας καταφυγής και δε βλέπω ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι αυτός εκτός από τα ίδια τα κράτη.
Αν τα κράτη, με τα ήδη υψηλά επίπεδα χρεών, πιστεύουν ότι δε μπορούν να δανειστούν περισσότερα από τις αγορές, τότε θα πρέπει να τα δανειστούν απευθείας από τις κεντρικές τους τράπεζες και να δαπανήσουν αυτό το επιπλέον χρήμα από μόνα τους σε δημόσια έργα και σε επενδύσεις υποδομών. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αρχίσουν να κινούνται οι μεγάλες οικονομίες της Δύσης ξανά.
Όμως, πέρα από αυτό, δε μπορούμε να συνεχίσουμε να πορευόμαστε με ένα σύστημα το οποίο επιτρέπει να συγκεντρώνεται ένα τόσο μεγάλο μέρος του εθνικού εισοδήματος και του πλούτου σε τόσο λίγα χέρια (σ.σ. αφού όπως αναφέρθηκε παραπάνω αυτή ήταν η αιτία του υπερ-δανεισμού που έφερε την κρίση). Η συντονισμένη αναδιανομή του πλούτου και του εισοδήματος έχει πολλές φορές μέχρι σήμερα διασώσει την μακροημέρευση του καπιταλισμού. Μάλλον έφτασε η ώρα να μάθουμε ξανά αυτό το μάθημα.
 Μετάφραση: RYaN

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου