Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Δημόσιο & ΟΤΑ: Οι αλλαγές σε αποδοχές και εργασιακά από 1.1.2017

Προβλέψεις, που θα ισχύσουν από 1.1.2017 (εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από επιμέρους διατάξεις) και αφορούν στις αποδοχές, αμοιβές, άδειες, επιδόματα και γενικότερα εργασιακά θέματα δημοσίων υπαλλήλων, εμπεριέχονται στο ψηφισμένο νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών, για το κλείσμο της αξιολόγησης, και την τελική νέα συμφωνία με τους Θεσμούς, όπως αναλύει και παρουσιάζει, σήμερα, το epoli.gr.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ ́ «Συναφείς διατάξεις», προβλέπονται τα εξής:
Άρθρο 150
Αποδοχές αποσπασμένων ή μετακινούμενων λειτουργών, υπαλλήλων και στελεχών
1. Οι λειτουργοί ή υπάλληλοι που αποσπώνται ή μετακινούνται από το φορέα τους σε άλλο  φορέα λαμβάνουν τις μηνιαίες τακτικές αποδοχές της οργανικής τους θέσης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις χορήγησής τους.
2. Η καταβολή των αποδοχών των αποσπασμένων ή μετακινούμενων λειτουργών ή υπαλλήλων διενεργείται από την υπηρεσία στην οποία τοποθετούνται, εκτός εάν διαφορετικά ορίζεται σε ειδικές διατάξεις.

Άρθρο 151
Επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων
Για την επιστροφή τυχόν αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 4354/2015, όπως κάθε φορά ισχύει.
Άρθρο 152
Αμοιβές συλλογικών οργάνων
Για τις αμοιβές από τη συμμετοχή σε συλλογικά όργανα εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 όπως κάθε φορά ισχύει.
Άρθρο 153
Γενικές ρυθμίσεις για θέματα αποδοχών
1. Η αξίωση του λειτουργού ή υπαλλήλου για αποδοχές αρχίζει από την ανάληψη υπηρεσίας και παύει με τη λύση της υπαλληλικής του σχέσης. Δεν καταβάλλονται αποδοχές όταν ο λειτουργός ή ο υπάλληλος από υπαιτιότητά του δεν παρέσχε υπηρεσία καθόλου ή εν μέρει. 
2. Για τον υπολογισμό των αποδοχών ο μήνας λογίζεται για τριάντα (30) ημέρες. Στις περιπτώσεις απεργίας ή αποχής του λειτουργού ή υπαλλήλου από τα καθήκοντά του, ο μήνας λογίζεται για είκοσι πέντε (25) ημέρες. Στην περίπτωση απεργίας ή αποχής, στην έννοια της οποίας υπάγονται και οι στάσεις εργασίας, γίνεται περικοπή των μεικτών μηνιαίων τακτικών αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων και των κρατήσεων, εργοδότη και εργαζόμενου, για κύρια και επικουρική σύνταξη, στην περίπτωση που η ημέρα απεργίας αναγνωρίζεται ως συντάξιμη.
3. Ο λειτουργός ή ο υπάλληλος κατά τη διάρκεια θέσης σε διαθεσιμότητα δικαιούται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών του, πλην αυτών που συνδέονται με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων του, τα οποία περικόπτονται εντελώς. Ο χρόνος διαθεσιμότητας δεν λαμβάνεται υπόψη για μισθολογική εξέλιξη.
4. Ο λειτουργός ή ο υπάλληλος που τελεί σε κατάσταση αργίας δικαιούται το ήμισυ των αποδοχών  του, πλην αυτών που συνδέονται με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων του, τα οποία περικόπτονται εντελώς. Ο χρόνος αργίας δεν λαμβάνεται υπόψη για μισθολογική εξέλιξη. Σε περίπτωση που επιβληθεί η ποινή της απόλυσης ή της οριστικής παύσης, οι αποδοχές που καταβλήθηκαν σε αυτόν κατά το διάστημα της αργίας αναζητούνται ως αχρεωστήτως καταβληθείσες.
5. Λειτουργός ή υπάλληλος, ο οποίος επανέρχεται από την κατάσταση της διαθεσιμότητας ή της αργίας ή λόγω πλάνης σχετικά με το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα στα καθήκοντά του, δικαιούται πλήρεις αποδοχές από την ημερομηνία της εκ νέου ανάληψης των καθηκόντων του. Αν από οικείες διατάξεις προβλέπεται επιστροφή αποδοχών για την περίοδο που ο λειτουργός ή ο υπάλληλος είχε τεθεί σε αργία, δεν μπορεί να επιστρέφονται αποδοχές που συνδέονται με την ενεργό άσκηση των  καθηκόντων του. Αν ο λειτουργός ή ο υπάλληλος επιστρέφει στα καθήκοντά του μετά από τη θέση του σε διαθεσιμότητα με υπαιτιότητα της Υπηρεσίας, για το διάστημα αυτό καταβάλλεται το σύνολο των αποδοχών του.
6. Σε περίπτωση πειθαρχικής ποινής επιβολής προστίμου, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, αυτό υπολογίζεται επί των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του λειτουργού ή υπαλλήλου, αφαιρουμένων των προβλεπόμενων κρατήσεων.
7. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.13 του άρθρου 127 του παρόντος, λειτουργοί  και υπάλληλοι μερικής απασχόλησης ή εργαζόμενοι ως ωρομίσθιοι λαμβάνουν αναλογία  των αποδοχών αντίστοιχου προσωπικού πλήρους απασχόλησης.
8. Για υπηρεσίες που παρέχονται με μειωμένο ωράριο εργασίας, αναγνωρίζεται για μισθολογική εξέλιξη τόσος χρόνος, όσος προκύπτει από το πηλίκο διαίρεσης του συνόλου των ωρών εργασίας δια του αριθμού των ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης που ισχύει για τον αντίστοιχο κλάδο λειτουργών, υπαλλήλων και στελεχών.
9. Λειτουργοί και υπάλληλοι που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος, οι οποίοι κατέχουν νόμιμα και δεύτερη έμμισθη θέση στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 4354/2015, λαμβάνουν το σύνολο των αποδοχών της οργανικής τους θέσης και το τριάντα τοις εκατό (30%) των αποδοχών της δεύτερης θέσης στην οποία απασχολούνται, με την επιφύλαξη της παρ.13 του άρθρου 127 του παρόντος νόμου. Ως δεύτερη θέση ή απασχόληση λογίζεται η προσδιοριζόμενη με τη διάταξη της παρ.12 του άρθρου 25 του ν.4354/2015.
10. Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές αποτελούνται από το βασικό μισθό, τα επιδόματα και τις παροχές που καθορίζονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού καθώς και την προσωπική διαφορά του άρθρου 152. Δεν περιλαμβάνονται στην έννοια των μηνιαίων τακτικών αποδοχών τα εξής επιδόματα και παροχές: α) Της περ. α της παρ. Δ του άρθρου 124, β) Της περ. β της παρ. Δ του άρθρου 124, γ) Της παρ. 2 του άρθρου 132,δ) Της περ. Δ της παρ. 1 του άρθρου 141.
Δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές οι εφημερίες του άρθρου 137, αποζημιώσεις που καταβάλλονται  για υπερωριακή απασχόληση και τα επιμίσθια για εκτέλεση χρηματοδοτούμενων ερευνητικών προγραμμάτων της παρ. 3 του άρθρου 132 του παρόντος νόμου. Επίσης, δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές τα έξοδα κίνησης της παρ.4 του άρθρου 60 του ν. 1943/1991 (Α’ 50) καθώς και το μηνιαίο επιμίσθιο της παρ.5 του ίδιου άρθρου και νόμου.
11. Οι ρυθμίσεις των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου ισχύουν με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων.  
Άρθρο 154
Μεταβατική διάταξη - Μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη των υπηρετούντων λειτουργών και υπαλλήλων
Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, η μισθολογική κατάταξη των λειτουργών και υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος Μέρους πραγματοποιείται σύμφωνα με το χρόνο υπηρεσίας στο φορέα που υπηρετούν, καθώς και το χρόνο υπηρεσίας, που έχει αναγνωριστεί για μισθολογική εξέλιξη από το φορέα αυτόν μέχρι και τις 31-12-2016.
Άρθρο 155
Διασφάλιση αποδοχών
1. Αν από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν τακτικές μηνιαίες αποδοχές χαμηλότερες από αυτές που δικαιούνταν ο λειτουργός ή υπάλληλος στις  31.12.2016, η διαφορά διατηρείται ως προσωπική. Για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή. Επίσης, δεν λαμβάνονται υπόψη: α) Για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, το επίδομα της παρ. Ε του άρθρου 124 και τα  επιδόματα της παρ. Στ του ίδιου άρθρου. Για τα στελέχη των Σωμάτων Ασφαλείας, τα επιδόματα της παρ. Στ του ίδιου άρθρου. β) Για τους υπαγόμενους στο Κεφάλαιο Γ, τα έξοδα παράστασης των περ. Γ και Δ της παρ. 1 του άρθρου 128 και η ειδική αμοιβή της περ. Ε της παρ. 1 του ίδιου άρθρου. γ) Για τους υπαγόμενους στο Κεφάλαιο Δ, το επίδομα της περ. Δ της παρ. 1 του άρθρου  132. Το επίδομα αυτό λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς, μόνο στην περίπτωση που καταβάλλεται στις αποδοχές του υπαλλήλου τον τελευταίο μήνα πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αλλά δεν προβλέπεται η εκ νέου χορήγησή του με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος. δ) Για τους υπαγόμενους στο Κεφάλαιο Ε, τα επιδόματα και οι αποζημιώσεις της περ. Ε και ΣΤ της παρ. 1 του άρθρου 136. Το επίδομα της περ. Ε της παρ. 1 του άρθρου 136 λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς, μόνο στην περίπτωση  που καταβάλλεται στις αποδοχές του υπαλλήλου τον τελευταίο μήνα πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αλλά δεν προβλέπεται  η εκ νέου χορήγησή του με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος. ε) Για τους υπαγόμενους στο Κεφάλαιο Ζ, η αποζημίωση εξόδων παράστασης της περ. Γ της παρ. 1 του άρθρου 142. Η εν λόγω προσωπική διαφορά μειώνεται από οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση των αποδοχών του υπαλλήλου πλην  της  χορήγησης παροχών και επιδομάτων που εξαιρούνται της ανωτέρω σύγκρισης.
2. Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν τακτικές μηνιαίες αποδοχές υψηλότερες από αυτές που ελάμβανε ο λειτουργός ή υπάλληλος στις 31.12.2016, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: α) Εφόσον η μηνιαία αύξηση δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι ευρώ (20 €), αυτή καταβάλλεται άμεσα και σε μία δόση. β) Εφόσον η μηνιαία αύξηση υπερβαίνει το ποσό των είκοσι ευρώ (20 €), αυτή καταβάλλεται σε ισόποσες δόσεις σε χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) ετών. Για τη σύγκριση των αποδοχών εφαρμόζονται οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.
Άρθρο 156
Ανώτατο όριο αποδοχών
Για τον καθορισμό του ανωτάτου ορίου αποδοχών του προσωπικού που υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος, εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 4354/2015, με την επιφύλαξη της περ. Ε της παρ. 1 του άρθρου 128 του παρόντος νόμου. Για τα στελέχη των Ενόπλων δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας ως ανώτατο όριο αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών ή απολαβών ορίζεται το σύνολο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (Α/Γ.Ε.ΕΘ.Α.), συμπεριλαμβανομένης της προσαύξησης του τρίτου εδαφίου της παρ. Β του άρθρου 124 του παρόντος,  χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή.
Άρθρο 157
Έλεγχος μισθοδοσίας
1. Η ευθύνη για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος ανήκει στους εκκαθαριστές αποδοχών των λειτουργών, υπαλλήλων και στελεχών.
2. Η παρακολούθηση της ορθής και ομοιόμορφης εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος, διενεργείται από τη Διεύθυνση Εισοδηματικής Πολιτικής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με την παροχή οδηγιών, μέσω επιτόπιων επαληθεύσεων, καθώς και με τη  δυνατότητα συμμετοχής των υπαλλήλων της σε ελέγχους που διενεργούνται από τους προβλεπόμενους ελεγκτικούς φορείς.
Άρθρο 158
Αποδοχές εκπαιδευτικής άδειας
Για τον υπολογισμό της προσαύξησης των αποδοχών λόγω χορήγησης εκπαιδευτικής άδειας στο προσωπικό του παρόντος νόμου λαμβάνεται υπόψη μόνο ο βασικός μισθός.
Άρθρο 159
Διατηρούμενες διατάξεις
Εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις: α) Των άρθρων 29, 30, 32 και 33 εκτός της παρ. 6Β του ν. 3205/2003 (Α ́297). Επίσης του άρθρου 45 του ίδιου νόμου όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, εκτός του τρίτου εδαφίου της περ. δ και της περ. ε της παρ. 4 που αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις του άρθρου 137 του παρόντος. β) Της παρ. 4 του άρθρου 48 του ν. 3205/2003. γ) Του άρθρου 9 του ν. 2889/2001 (Α ́ 37), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει. δ) Του άρθρου 38 και της παρ. 4 του άρθρου 43 του ν. 4368/2016 (Α ́21). ε) Του άρθρου 31 του ν. 3105/2003 (Α ́ 29). στ) Της παρ. 4 και της παρ. 5 του άρθρου 60 του ν. 1943/1991 (Α’ 50). ζ) Του άρθρου 1 του ν. 2136/1952 (Α ́151). η) Της αριθμ.2079923/11735/0022/24.12.1996 (Β ́3/14-1-1997) κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης.
Άρθρο 160
Καταργούμενες διατάξεις
Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις: α) Των άρθρων 15, 34 έως 44 και 46 έως 54 του ν. 3205/2003, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, β) Του άρθρου 6 του ν.2606/1998 (Α ́89), γ) Της περίπτωσης β ́ της παρ.1 του άρθρου 13 του ν. 2703/1999 (Α ́72), δ) Των άρθρων 5 και 6 του  ν. 2838/2000 (Α ́179), όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 37 του ν. 3016/2002 (Α ́ 110), ε) Του άρθρου 10 του ν. 2936/2001 (Α ́ 166), στ) Της περ. θ’ της παρ.3 του άρθρου 13 του π.δ. 200/1993 (Α ́75), ζ) Του άρθρου 72 του ν. 3746/2009 (Α’ 27), η) Της με αριθμό 2/19941/0022/17-6-2004 (Β’ 947) κοινής υπουργικής απόφασης. θ) Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος ή κατά το μέρος που ρυθμίζει με διαφορετικό τρόπο θέματα που διέπονται από αυτόν.
Άρθρο 161
Οι διατάξεις του άρθρου 236 του ν. 4389/2016 (Α ́94), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, παύουν να ισχύουν μόνο για τους υπαγόμενους στο άρθρο 123 του Κεφαλαίου Α ́ του παρόντος Μέρους.
Άρθρο 162
Έναρξη ισχύος
Η ισχύς των διατάξεων του Μέρους αυτού αρχίζει από 1.1.2017, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στις επί μέρους διατάξεις του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου