oaednews

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ "ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ" ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ



Είναι γνωστός ο χαρακτηρισμός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ως μιας «διαδικασίας δημιουργικής καταστροφής» (Τζ. Σουμπέτερ) που αποδίδει πολύ γλαφυρά, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ανάπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας ως τρόπου παραγωγής.
Η υπάρχουσα οικονομική κρίση, εκτιμάται μάλιστα συχνά ότι είναι συγκρίσιμη, ή και σφοδρότερη και βαθύτερη, από την κρίση του 1929, που οδήγησε σε παγκόσμιου χαρακτήρα κινήσεις και μεταβολές και που ξεπεράστηκε οριστικά μόνο με την καταστροφική επενέργεια του Β ́ Παγκοσμίου Πολέμου, που λειτούργησε ως η βάση (το «πάτωμα» και «εφαλτήριο» ταυτόχρονα) για τη μεταπολεμική οικονομική απογείωση. Επιμέρους οικονομικές κρίσεις, βέβαια, σε κλίμακα μεμονωμένων εθνικών οικονομιών ή και ολόκληρων ομάδων χωρών συνέβαιναν σε όλο το ενδιάμεσο διάστημα, αλλά για πρώτη φορά, μετά την κρίση του 1973, το φαινόμενο της κρίσης φαίνεται να καταλαμβάνει μεγάλο τμήμα του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου.

Η κομβική στιγμή της «δημιουργικής καταστροφής», η στιγμή της «καταστροφής» που λειτουργεί ως αναγκαία προϋπόθεση της «δημιουργίας», δηλαδή της νέας ανάπτυξης, είναι ακριβώς η κρίση. Κατά την εγγενή λογική της
καπιταλιστικής ανάπτυξης, η περιοδική διαδικασία καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων, υλοποιημένης εργασίας, εμπορευμάτων είναι αναγκαία ώστε το κεφάλαιο και η παραγωγή να περάσουν σε νέο, ανώτερο επίπεδο.
Το ανώτερο επίπεδο έγκειται στην περαιτέρω ποιοτική και ποσοτική αύξηση της κοινωνικοποίησης της παραγωγικής διαδικασίας, κάτι που εκφράζεται σε μεγαλύτερη και αποδοτικότερη συγκέντρωση της παραγωγής και οργάνωση της εργασίας, στο πλαίσιο βέβαια πάντα των βασικών αρχών δόμησης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ωστόσο, εκτός από τις κυκλικές διαδικασίες κρίσης που συντελούνται στο πλαίσιο εθνικών οικονομιών ή κλάδων, αναδεικνύεται ιστορικά, με προηγούμενο την κρίση του 1929 και εν μέρει του 1973, ότι είναι δυνατή η ύπαρξη μιας κατηγορίας κρίσεων τόσο μεγάλου βάθους και κλίμακας που ουσιαστικά αποτελούν κρίσεις γενικές, «συστημικές», «κρίσεις ύπαρξης» του ίδιου του καπιταλιστικού σχηματισμού συνολικά, που αφορούν όλο το πλαίσιο της κοινωνικής ζωής όπως την ξέρουμε. Οι πηγές της είναι τόσο εσωτερικές όσο και εξωτερικές. Πρόκειται για κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου που δεν μπορεί να επενδυθεί στο σύνολό του διότι δεν είναι πλέον δυνατό να αποφέρει σημαντικό κέρδος στους κατόχους του, οπότε η παραγωγική τοποθέτησή του είναι ασύμφορη και σε διεθνοποιημένο πλαίσιο μάλιστα, το οποίο για την Ελλάδα είναι ακόμη πιο καταλυτικό λόγω και της συμμετοχής της στην ΕΕ και την Ο.Ν.Ε. (γεγονός που από τη μια στερεί τη δυνατότητα ελιγμών στην εθνική πολιτική συγκριτικά με παλιότερα ενώ, από την άλλη, μεγεθύνει τις επιπτώσεις της ανισόμετρης ανάπτυξης και
ανισότητας ισχύος μεταξύ των χωρών.
Τα λιμνάζοντα κεφάλαια λοιπόν, όταν δεν μεταφέρονται σε επενδύσεις εκτός της χώρας, επενδύονται αναπόφευκτα σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα και η συσσώρευσή τους σε αυτή τη μορφή γίνεται όλο και πιο εκτεταμένη, όλο και πιο αντιπαραγωγική. Άρα, η δυσκολία δεν έγκειται στην έλλειψη κεφαλαίων, αλλά, αντίθετα, στην υπερπληθώρα τους. Το πρόβλημα συνίσταται ακριβώς στο ότι τα κεφάλαια είναι τόσο «πολλά» παντού, ώστε δεν μπορούν να επενδυθούν γιατί δεν προβλέπεται να αποφέρουν τα επιθυμητά κέρδη στους κατόχους τους. Ο «δραματικός» για τους περισσότερους ανθρώπους χαρακτήρας της κρίσης, καθώς και η «ιστορική ειρωνεία» της έγκειται στο ότι η «καταστροφή» συντελείται όχι γιατί κάτι έγινε λάθος ή πήγε στραβά, αλλά ακριβώς επειδή όλα πήγαν καλά! Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέχρι και το 2007 η ανάπτυξη στην Ελλάδα ήταν από τις υψηλότερες στην Ευρώπη και η κερδοφορία των κεφαλαίων η υψηλότερη για χρόνια. Τα υψηλά κέρδη για μακρόχρονη περίοδο έχουν σαν αποτέλεσμα να υπονομεύεται μακροπρόθεσμα η συνέχεια της ανάπτυξης αφού προϋποθέτουν, μεταξύ άλλων, μια σχετική καθήλωση των εισοδημάτων των εργαζομένων (είτε στην άμεση μορφή μισθός είτε σε έμμεση μορφή ασφάλιση, κοινωνική πρόνοια, υγεία, παιδεία, αναψυχή). Έρχεται αναπόφευκτα μια στιγμή όπου τα παραγόμενα εμπορεύματα δεν μπορούν να καταναλωθούν, αφού δεν είναι αρκετή η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων γι’ αυτό. Φυσικά η εκρηκτική εκδήλωση αυτής της αναντιστοιχίας μπορεί να αναβληθεί για μεγάλο διάστημα μέσω διεθνών αλληλεπιδράσεων, κρατικών και ευρωενωσιακών ρυθμίσεων, καθώς και μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος που είναι σε θέση μακροχρόνια να συντηρεί τη ζήτηση μέσω δανείων, δηλαδή μέσω τιτλοποίησης προσδοκώμενων εισοδημάτων μισθών των εργαζομένων. Πρόκειται όμως απλώς για αναβολή του «μοιραίου».
Ο μόνος δρόμος ξεπεράσματος της κρίσης μέσα στο πλαίσιο του κεφαλαιοκρατικού σχηματισμού είναι η καταστροφή υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου και παραγωγικών δυνάμεων ώστε η παραγωγή να ξεκινήσει από την
αρχή σε νέα και πιο διευρυμένη βάση. Αυτό τον σκοπό εξυπηρετεί, κατά πρώτο και κύριο λόγο, το περίφημο «κούρεμα», την καταστροφή κεφαλαίου. Αυτή όμως είναι η μια πλευρά του ζητήματος και αφορά τους κεφα-λαιούχους, τους επιχειρηματικούς ομίλους και τα κράτη, καθώς και τις διεθνείς οικονομικές και πολιτικές ενώσεις των τελευταίων (κι εδώ το κυρίαρχο θέμα, σε κάθε επίπεδο, είναι το «ποιος θα χάσει», ποιου το κεφάλαιο θα «κουρευτεί» περισσότερο και με ποιους όρους). Η άλλη, η πολύ πιο δραματική πλευρά, αφορά την καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων (απαξίωση παραγωγικών εγκαταστάσεων, εμπορευμάτων κ.λπ.). Το σημαντικότερο μέρος της καταστροφής αφορά την απαξίωση της κύριας παραγωγικής δύναμης της κοινωνίας, δηλαδή των ίδιων των εργαζόμενων ανθρώπων. Εδώ οφείλεται η απογείωση της ανεργίας και της υποαπασχόλησης με όλες τις συνέπειές τους. Επιπλέον, για το ξεπέρασμα της κρίσης, εντός των υπαρχόντων πλαισίων και θεσμών, απαιτείται να «φτηνύνει», πολύ περισσότερο από πριν, ο ίδιος ο εργαζόμενος άνθρωπος, οι κοινωνικές του ανάγκες, αφενός μέσω της πτώσης της τιμής του κύριου εμπορεύματος του οποίου είναι κάτοχος, δηλαδή της ικανότητάς του για εργασία, της εργατικής του δύναμης και αφετέρου μέσω της υποβάθμισης του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας που αντιστοιχεί στο ιστορικό κεκτημένο του σύγχρονου πολιτισμού. Η εργασιακή, παραγωγική ικανότητα των  εργαζομένων απαξιώνεται για δυο λόγους: α) λόγω της ίδιας της κρίσης, εξαιτίας της καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων που επιφέρει και β) λόγω του ότι η υποβάθμιση ή χειρότερη αμοιβή της εργασίας, καθώς και των όρων αναπαραγωγής της συνιστά προϋπόθεση για έξοδο από την κρίση, γιατί μόνο έτσι αφού επέλθει πρώτα η αναγκαία καταστροφή κεφαλαίου θα μπορέσει να ξαναρχίσει σε νέα, πιο διευρυμένη, βάση η νέα άνοδος της αξιοποίησης του κεφαλαίου και άρα η άνοδος της παραγωγικής διαδικασίας. (Πηγή: Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου